Βγαίνει η βαρκούλα

Είναι Δευτέρα απόγευμα. Έχει να βγει βάρκα στη Λέσβο από το ξημέρωμα του Σαββάτου. Ο καιρός δεν βοηθά και υπάρχει σπέκουλα πως πρόσφυγες που έχουν συγκεντρωθεί στα τουρκικά παράλια για πολιτικούς και άλλους λόγους δεν τους αφήνουν να φύγουν. Πληροφοριοδότες των οργανώσεων από την τουρκική πλευρά ενημερώνουν πως χιλιάδες άνθρωποι περιμένουν το πράσινο φως για να μπουν στις βάρκες.
Τελειώνω από το camp της Μόρια νωρίς και αποφασίζω να πάω ως τη Σκαμνιά. Δεν περιμένει κανείς να βγουν βάρκες αλλά για κάποιο λόγο ήθελα να είμαι εκεί. Φτάνοντας χαζεύω την παραλία. Σκέφτομαι πόσες εκατοντάδες χιλιάδες έχουν αποβιβαστεί εκεί. Χαζεύω τον ορίζοντα ως το Assos. Δέκα χιλιόμετρα απέναντι συλλογίζομαι όσους περιμένουν. Τα φώτα απέναντι όσο πέφτει η νύχτα δυναμώνουν. Τίποτα στην παραλία δε θυμίζει ό,τι λαμβάνει χώρα εκεί. Κάθε πρωί εθελοντές μαζεύουν τα σωσίβια και τα σκουπίδια. Οι βάρκες με τις οποίες φτάνουν οι πρόσφυγες καταστρέφονται αμέσως. Ξηλώνονται τα πατώματα, αφαιρείται η μηχανή και όλα πάνε προς καταστροφή. Ή επιστρέφουν με περίεργους τρόπους πίσω για ανακύκλωση και δημιουργία νέων. Αν παρατηρήσει κανείς τα φουσκωτά είναι μπαλωμένα σα μωσαϊκό.
Κάθομαι σε μια ταβέρνα, πίνω έναν καφέ και κοιτάζω τις χθεσινές μου σημειώσεις. Κόσμος περπατά στην παραλία ήρεμα και ξαφνικά συναγερμός. Είδα κόσμο να τρέχει αλλόφρων, τζιπ εθελοντών με φώτα να καταφθάνουν , άτομα από τον Ερυθρό σταυρό και κόσμο. Είμασταν περίπου 30-35 άτομα.
Βγήκα να δω τι γίνεται και είδα το φως. Στο βάθος ένα φως από μια βάρκα. Σε λίγα λεπτά έφτανε στην ακτή. Κόσμος φώναζε από μέσα, άκουγα μωρά να κλαίνε. Πρώτοι μπαίνουν στη θάλασσα οι Ισπανοί ναυαγοσώστες. Ακολουθούν φωτορεπόρτερ. Βλέπω μια βάρκα που σχεδόν δεν φαίνεται από τα πολλά άτομα που είναι επάνω. Στιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο καθώς πλησίασα με έπιασε μια μυρωδιά. Βλέπω μάνες, παιδιά, νέους, γιαγιάδες. Έχω παγώσει, νιώθω το στομάχι μου κόμπο. Καθώς η βάρκα πλησιάζει κι άλλο ο κόσμος κουρασμένος, εξαντλημένος, φοβισμένος θέλει τόσο πολύ να βγει που δεν έχει υπομονή για άλλα 5 λεπτά. Είναι ήδη ασφαλείς μα είναι σα να παλεύει με κύματα. Στην προσπάθεια να βγουν κάποιοι οι ισορροπίες και το κέντρο βάρους της βάρκας μετατοπίζεται. Πέφτει κόσμος στο νερό, άλλοι βγαίνουν όπως όπως και σκοντάφτουν. Δεν υπάρχει υπομονή. Χωρίς να το σκεφτώ μπαίνω μέσα στο νερό και μαζί με άλλους ανοίγουμε μια διαδρομή για να βγάζουμε κόσμο και να τους μεταφέρουμε στηρίζοντάς τους χέρι με χέρι. Οι φωτογράφοι κοντεύουν να μπουν μέσα στη βάρκα για να τραβήξουν ένα δυνατό πλάνο. Ένα μωρό που κλαίει στην αγκαλιά της μάνας.
Μόλις αποβιβαστούν όλοι τρέχουμε έξω να τους βοηθήσουμε να βγάλουν τα σωσίβια γιλέκα. Τα χέρια τους είναι παγωμένα, είναι βρεγμένα, χείλη μελανιασμένα, υποθερμία. Δεν έχουν δύναμη να ξεκουμπώσουν το γιλέκο. Κάθονται και σε κοιτούν όπως τους βοηθάς, μερικοί είναι τόσο σοκαρισμένοι που δεν θέλουν να το βγάλουν. Ακόμα δεν έχουν καταλάβει πως έφτασαν στη στεριά. Βγάζω γιλέκα από παιδιά, μερικά κλαίνε, άλλα τρομάζουν από τον πανικό της στιγμής.
Αρπάζουμε τα παιδιά και τρέχουμε να τα πάμε σε ένα βαν και τα δένουμε με ισοθερμικές κουβέρτες. Μόλις ηρεμήσουν λίγο εθελόντριες τα αλλάζουν με στεγνά ρούχα. Οι γονείς από κοντά αγωνιούν.
Όσοι χρειάζονται βοήθεια ιατρική επιβιβάζονται σε αμάξια εθελοντών και φεύγουν για τα camps που έχουν ιατρική φροντίδα.
Οι υπόλοιποι μόλις πάρουν στεγνά ρούχα, νερό και μπάρες δημητριακών που μοιράζονται παίρνουν το δρόμο για το λεωφορείο που μπορεί να τους μεταφέρει στα camps της Μόρια και του Καρα Τεπέ.
Όλο αυτό κράτησε μισή ώρα, γίναν όλα γρήγορα, τόσο γρήγορα που δεν πρόλαβα να σκεφτώ πως ήμουν βρεγμένη και ακόμα με τα παπούτσια.
Βλέπω τους φωτογράφους, χάνουν το πλάνο από έναν άνθρωπο που με ένα μπουκάλι νερό που του έδωσαν ρίχνει στο πρόσωπό του να ξεπλυθεί και του ζητάνε να το ξανακάνει. Και εκείνος σαστισμένος το ξανακάνει. Και αρχίζουν τα φλας. Ακατανόητο. Ζητούν από κόσμο να ξαναρίξει πάνω τους τις ισοθερμικές κουβέρτες για μια καλή φωτογραφία.
Μέσα σε λίγα λεπτά τα φώτα από άλλη βάρκα πλησιάζουν. Μια πιο αριστερά στην παραλία και σε ένα λεπτό μια άλλη δεξιά. Ο κόσμος δεν ξέρει που να τρέξει και μοιραζόμαστε. Δεν υπάρχει συντονιστής, δεν υπάρχει οργανόγραμμα, δεν υπάρχει κάποιος να δίνει οδηγίες αλλά λειτουργούμε όλοι σα ρομπότ συντονισμένα.
Τρέχω δεξιά με λιγότερα άτομα από πριν, η βάρκα έχει βάλει νερά. Έχουν πανικοβληθεί όλοι και ο πανικός δημιουργεί ένα χάος. Πλησιάζω από το πλάι και βλέπω μια μάνα κρατάει δύο μωρά. Της λέω its ok its ok wait. Οι μπροστινοί της πέφτουν στο νερό χωρίς να περιμένουν να βγουν από μπροστά και της γλιστρά το ένα μωρό στο νερό. Προλαβαίνω να το πιάσω από το γιλέκο πριν χτυπήσει στις πέτρες κάτω. Δεν έχω ξαναδεί φρίκη σε ένα πρόσωπο όπως αυτής της γυναίκας μέχρι να δει πως το μωρό είναι καλά. Το βάζω στην αγκαλιά μου και της λέω its fine, the baby is ok. Αρχίζει να κλαίει όπως βγαίνει από τη βάρκα, βγαίνω παράλληλα στη στεριά και της το δίνω για να δει πως είναι καλά. Μου λέει όχι, δεν μπορεί να το κρατήσει, καταρρέει, πέφτει κάτω στην ακτή, πιάνεται από τα πόδια μου και φωνάζει κλαίγοντας Thank you thank you. Προσπαθώ να της πώς να σηκωθεί, την βοηθά ένας εθελοντής. Το μωρό κλαίει, το βάζω κάτω και του αφαιρώ το γιλέκο, το σκεπάζουμε με μια ισοθερμική κουβέρτα, πιάνω τη μάνα του από τα χέρια, την κοιτάζω και της ξαναλέω its ok, now everything is ok. Με αγκαλιάζει θεέ μου με αγκαλιάζει και με ευχαριστεί και τέτοια αγκαλιά δεν ξέρω αν μου έχουν κάνει ξανά. Με αγκαλιάζει με όλη της τη δύναμη, πονάνε τα πλευρά μου όπως με σφίγγει και τη σφίγγω κι εγώ.
Και κάτσαμε έτσι ένα δυο λεπτά και δεν με ευχαριστούσε πια. Νομίζω πια εγώ την ευχαριστούσα. Γιατί με αυτή την αγκαλιά ανέβασε πολύ τον πήχη. Μια άγνωστη, μια ξένη, μια γνωριμία πριν λίγα λεπτά μου χάρισε την πιο σφιχτή αγκαλιά. Γιατί ήμουν εκεί για ό,τι είχε πιο πολύτιμο.
Η νύχτα μεγάλη. Ακολούθησαν 30 και βάλε βάρκες, κατέφθασαν 3.500 χιλιάδες άτομα περίπου. Από ένα σημείο και μετά όλα γίνονταν μηχανικά. Δεν θυμάμαι πόσες φορές μπήκα στο νερό, δε θυμάμαι να ήπια νερό για ώρες, δε θυμάμαι πόσους βοήθησα, δε θυμάμαι πόσα σωσίβια μετά μαζέψαμε από όλη την παραλία σε ένα μέρος, δεν κατάλαβα κρύο, δεν κατάλαβα κούραση.
Νομίζω άρχισα να νιώθω κάπου προς το ξημέρωμα ζεστή ξανά με στεγνά ρούχα και με 70 χλμ. να διανύσω μέχρι τη Μυτιλήνη. Όπως βάζω μπροστά το αυτοκίνητο κοιτάζω ψηλά και ο ουρανός είναι πεντακάθαρος. Δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες αστέρια σαν σε καλοκαιρινό ουρανό. Αυτό θυμάμαι από τη χθεσινή νύχτα. Τα τόσα αστέρια.

Φωτεινή Γαϊτανλή